Με αφορμή το ανέβασμα από το Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν, γυρίζουμε πίσω στο περιστατικό που στάθηκε αφετηρία για το έργο του γάλλου συγγραφέα.

 

Πενήντα χρόνια μετά το πρώτο ανέβασμα στην Ελλάδα από το Θέατρο Τέχνης (σεζόν 1967-1968), οι «Δούλες» επιστρέφουν στο Υπόγειο του Κουν. Τότε σε μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη και σκηνοθεσία Δημήτρη Χατζημάρκου, τώρα από τις 22 Φεβρουαρίου η Μαριάννα Κάλμπαρη, η καλλιτεχνική διευθύντρια του Θεάτρου Τέχνης, Μαριάννα Κάλμπαρη, που μετέφρασε το έργο του Ζαν Ζενέ, και το σκηνοθετεί, θα ερμηνεύσει την Κυρία μαζί με τις «δούλες», Κάτια Γέρου και Κωνσταντίνα Τακάλου. 

 

Το έργο-μύθος του Ζαν Ζενέ ζωντανεύει και πάλι στη σκηνή του Υπογείου, 50 ακριβώς χρόνια μετά την πρώτη παρουσίασή του στο ελληνικό κοινό σε μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη , σκηνοθεσία Δημήτρη Χατζημάρκου και με τις Ρένη Πιττακή, Μαρίνα Γεωργίου, Εκάλη Σώκου στους τρεις ρόλους.

 

Η υπόθεση με λίγα λόγια έχει ως εξής: Δύο υπηρέτριες καταστρώνουν την εξόντωση της λατρεμένης αλλά και απόλυτα μισητής τους Κυρίας. Τα αφελή σχέδια τους αποτυγχάνουν και στρέφονται εναντίον τους.

 

Τι είναι όμως αυτό που κάνει το έργο του Ζενέ να ανεβαίνει τόσο συχνά στην παγκόσμια σκηνή από το 1947 που γράφτηκε μέχρι τις μέρες μας; Σίγουρα: “Δεν πρόκειται για ένα έργο που θέλει να υπερασπιστεί τη μοίρα της τάξης των υπηρετών. Υπάρχει συνδικάτο που ασχολείται με τα ζητήματα αυτών των ανθρώπων. Πρόκειται για μια αλληγορική ιστορία…» διευκρινίζει ο ίδιος ο Ζενέ.

 

Οι δούλες, είμαστε εμείς. Με τα μικρά και μεγάλα μας όνειρα, τα ψέμματα που λέμε στον εαυτό μας και στους άλλους, την απελπισμένη ανάγκη μας να δραπετεύουμε από την πραγματικότητα, να φαντασιωνόμαστε μια άλλη ζωή από αυτή που ζούμε. Εμείς που ζηλεύουμε αυτό που δεν έχουμε και βασανιζόμαστε γιατί ξέρουμε ότι δε θα το αποκτήσουμε ποτέ. Εμείς που νιώθουμε φόβο, μίσος αλλά και λατρεία απέναντι στην εξουσία. Εμείς που δεν τολμάμε να ζήσουμε αληθινά.

 

Οι Δούλες είναι οι αντι-ηρωΐδες της τραγωδίας των ημερών μας. Και η Κυρία τους είναι η φτηνή θεά που ορίζει τη μοίρα τους. Που σκηνοθετεί τη ζωή τους. Καμμία μεγαλειώδης κάθαρση σε αυτή τη σύγχρονη τραγι-κωμωδία.  Ανθρώπινες στιγμές μόνο. Σκληρές, τρυφερές, αστείες, βίαιες, συγκινητικές. Και πάνω απ΄όλα, μια βαθιά ανάγκη για «παιχνίδι» μέχρι τελικής πτώσης. Αυτή την ανάγκη που κινεί το ίδιο το θέατρο και κρατά ζωντανή την επιθυμία μας να καταφεύγουμε σε αυτό είτε ως δημιουργοί, είτε ως κοινό. Αναζητώντας αυτό το «κάτι» που η ζωή επιμένει να μας κρύβει.

 

Πληροφορίες παράστασης:

 

Υπόγειο  Θεάτρου Τέχνης «Κάρολος Κουν», Πεσμαζόγλου 5, Αθήνα

 

Παραστάσεις έως 1.4.2018:

 

Τετάρτη και Κυριακή 8μμ, Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 9.15μμ

 

Τιμές εισιτηρίων:

 

Τετάρτη και Παρασκευή 15 ευρώ/10 ευρώ μειωμένο/8 ανέργων

 

Πέμπτη: 10 ευρώ γενική είσοδος

 

Σάββατο-Κυριακή: 16 ευρώ/ 12 ευρώ μειωμένο και ανέργων

 

 

 

Υπόθεση αδερφών Λαπέν

 

 

mix1140315.jpg

 

 

Οι αδελφές Κριστίν και Λέα Παπέν, εσωτερικές υπηρέτριες σε ένα σπίτι στη μικρή πόλη Λε Μαν της Γαλλίας καταδικάστηκαν για τη δολοφονία της κυρίας και της κόρης της, στις 2 Φεβρουαρίου του 1933

 

 

Η Κριστίν (1905-1935) και η Λέα (1911-2001) γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σε ένα μικρό χωριό στα νότια του Λε Μαν. Μετά από το χωρισμό των γονιών τους η Λέα και η Κριστίν Παπέν, μεγάλωναν σε διάφορα γαλλικά ιδρύματα. Από έφηβες άρχισαν να εργάζονται σαν υπηρέτριες σε διάφορα σπίτια ευκατάστατων του Λε Μαν, προσπαθώντας πάντα να δουλεύουν μαζί.

 

 

Από το 1926 δούλευαν πλέον για τον πλούσιο και αρχαιότερο δικηγόρο της περιοχής René Lancelin, φροντίζοντας εκτός από αυτόν τη σύζυγο και την ενήλικη κόρη του Ζενεβιέβ. Ο πατέρας τους ήταν αλκοολικός και η μητέρα τις εγκατέλειψε νωρίς -είχαν και μια μεγαλύτερη αδελφή, την Αιμίλια. Πέρασαν την παιδική τους ηλικία μπαινοβγαίνοντας σε ιδρύματα και καθώς μεγάλωναν άρχισαν να εργάζονται μαζί ως υπηρέτριες, επιζητώντας να μείνουν αχώριστες. 

 

 

Γύρω στο 1926 τους προσέλαβε ο κύριος Ρενέ Λανσελέν, για να φροντίζει το σπίτι και την οικογένειά του -τη σύζυγο και την κόρη του. Οι αδελφές Παπέν ήταν ήσυχες και καλές στη δουλειά τους. Το μόνον που ήθελαν ήταν να μοιράζονται τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο που τους απέμενε. 

 

 

Στις 2 Φεβρουαρίου του 1933 ο κύριος Λανσελέν ήταν καλεσμένος για δείπνο σε ένα φιλικό σπίτι, μαζί με τη σύζυγο και την κόρη τους. Εκείνος πήγε στο κάλεσμα αμέσως μετά τη δουλειά, αλλά οι δύο γυναίκες της οικογένειας δεν έφτασαν ποτέ. Ανήσυχος επέστρεψε στο σπίτι να τις αναζητήσει, αλλά βρήκε την πόρτα κλειδωμένη από μέσα. Πρόσεξε όμως ότι ένα κερί έκαιγε στο δωμάτιο των δύο υπηρετριών. Ειδοποίησε την αστυνομία και όταν έσπασαν την πόρτα και βρέθηκαν μέσα στο σπίτι, το θέαμα που αντίκρυσαν ήταν ανατριχιαστικό: Μάνα και κόρη, δολοφονημένες, αγνώριστες από την κακοποίηση, με βγαλμένα τα μάτια….

Το έγκλημα

 

Σύντομα οι δύο αδερφές που έκαναν τα πάντα αμίλητες και δεν έδιναν κανένα δικαίωμα για παράπονα και φώναζαν την μαντάμ ως «Μαμά», άλλαξαν πρόσωπο. Στις 2 Φεβρουαρίου του 1933 όμως όλα άλλαξαν. Ο Lancelin θα συναντούσε την οικογένειά του σε φιλικό σπίτι, όπου τους είχαν καλέσει για να τους κάνουν το τραπέζι. Η μητέρα και η κόρη όμως δεν εμφανίστηκαν και έτσι ο σύζυγος έτρεξε στο σπίτι του να δει τι συμβαίνει. Όταν έφτασε δεν μπόρεσε να μπει, επειδή η πόρτα ήταν κλειδωμένη από μέσα. Έβλεπε το φως του κεριού στο δωμάτιο των υπηρετριών αλλά καμία δεν του άνοιγε.

 

 

Ο αστυνομικός που πήγε στο σπίτι και σκαρφάλωσε από τον πίσω τοίχο, όταν μπήκε στο σπίτι είδε τα πτώματα της συζύγου και της κόρης του δικηγόρου. Τα πτώματα είχαν χτυπηθεί τόσο πολύ που ήταν σχεδόν αγνώριστα. Το ένα μάτι της κόρης, βρισκόταν κάπου στο πάτωμα. Τα μάτια της μητέρας τα είχαν τοποθετήσει στο λαιμό της. Για να σκοτώσουν τις κυρίες του σπιτιού είχαν χρησιμοποιήσει ένα κουζινομάχαιρο, ένα σφυρί και μια τσίγκινη κανάτα.

 

 

Οι δύο υπηρέτριες καθάρισαν τα φονικά «όπλα» και πήγαν στο δωμάτιο τους. Γδύθηκαν και ξάπλωσαν  γυμνές σε ένα κρεβάτι. Ομολόγησαν αμέσως και παραδόθηκαν.

 

Η ψύχωση

 

Το θέμα απασχόλησε για πολύ καιρό τα γαλλικά πρωτοσέλιδα, καθώς ήταν πρωτοφανές στα αστυνομικά χρονικά. Οι δύο αδερφές αρχικά τοποθετήθηκαν σε χωριστά κελιά. Ο διαχωρισμός τους προκάλεσε στην Κριστίν Παπέν μεγάλο εκνευρισμό, θυμό και άγχος, επειδή δεν μπορούσε να δει την Λέα. Οι αρχές επανεκτίμησαν την κατάσταση και άφησαν τις δυο αδερφές να βρεθούν πάλι κοντά.

 

newsarticle1.jpeg

 

 

 

Παραδίπλα, στο δωμάτιό τους, ξαπλωμένες και γυμνές στο κρεβάτι, μαζί, οι αδελφές Παπέν, παραδέχθηκαν την ενοχή τους -ούτε που διανοήθηκαν να αρνηθούν το έγκλημά τους ή να το σκάσουν. Ενα μαχαίρι κουζίνας, ένα σφυρί και μια τσαγιέρα ήταν τα φονικά αντικείμενα που βρέθηκαν στον χώρο. Δεν επικαλέστηκαν κανένα ελαφρυντικό και το μόνο που ζήτησαν ήταν να μοιραστούν το ίδιο κελί -τελικά φυλακίστηκαν χωριστά. 

 

 

Τότε η Κριστίν όρμηξε στην αδερφή της, προκαλώντας την σεξουαλικά. Σε άλλη περίπτωση η Κριστίν βίωσε ένα άλλο ψυχολογικό επεισόδιο, όταν προσπάθησε να βγάλει τα μάτια της. Οι αρχές για να ησυχάσουν της φόρεσαν ζουρλομανδύα. Λίγο μετά δήλωνε στις δικαστικές αρχές ότι την ημέρα των δολοφονιών, είχε ακριβώς το ίδιο επεισόδιο χωρίς να το καταλάβει. Κατά τη διάρκεια της δίκης οι δύο υπηρέτριες περιέγραψαν πως κατακρεούργησαν μάνα και κόρη. Δεν ζήτησαν κανένα ελαφρυντικό. Ήθελαν μόνο να μοιραστούν τις ποινές. 

 

 

Στο δικαστήριο, η Κριστίν ήταν εκείνη που κρίθηκε ως ιθύνων νους και καταδικάστηκε σε θάνατο -λίγο αργότερα η ποινή της μετατράπηκε σε ισόβια, αλλά πολύ σύντομα πέθανε, έχοντας χάσει πλήρως τα λογικά της. Η Λέα καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια κράτησης -τα οποία έγιναν τελικά οκτώ. Το 1943 αποφυλακίστηκε και εγκαταστάθηκε στη Νάντη, όπου ζούσε η μητέρα της, και δούλεψε ως καθαρίστρια σε ξενοδοχεία.

 

 

mix2140315_0.jpg

 

 

Αυτό που έκανε εντύπωση όμως ήταν οι διαπιστώσεις επιστημόνων ότι η Κριστίν που ήταν μέσης αντίληψης, ήταν το κυρίαρχο πρόσωπο. Αντίθετα η Λέα που ήταν χαμηλής αντίληψης, είχε «κυριαρχηθεί»  τελείως από την αδερφή της. Σαν οι δυο τους να είχαν γίνει ένα. Η Κριστίν τελικά καταδικάστηκε αρχικά σε θάνατο και η ποινή μετατράπηκε σε ισόβια. Σύντομα έδειξε σημάδια τρέλας επειδή της έλειπε η αδερφή της και τελικά πέθανε από καχεξία το 1937.

 

Η Λέα καταδικάστηκε σε 10ετή φυλάκιση, επειδή κρίθηκε πως οι ενέργειες της, είχαν «χειραγωγηθεί» από την αδερφή της. Αποφυλακίστηκε το 1941, δύο χρόνια νωρίτερα λόγω καλής διαγωγής και επέστρεψε στην Ναντ, για να ζήσει με την μητέρα της.

Από τις αδερφές Παπέν στις Δούλες του Ζενέ

 

Η παράξενη υπόθεση Παπέν πήρε διαστάσεις και αποτέλεσε αντικείμενο στοχασμού για πολλούς. Η μία άποψη ήταν ότι επρόκειτο για κλασσική περίπτωση παρανοϊκής ψύχωσης, που άξιζε προσοχής και μελέτης. Ο συγγραφέας  Ζαν Ζενέ όμως, στο περίφημο έργο του «Οι δούλες», κάνει λόγο για παράδειγμα ταξικού πολέμου. Ο Ρενέ δεν θέλησε ωστόσο, να δικαιώσει τις δούλες όλων των εποχών. Επεδίωξε να μεταφέρει στο κοινό τη φωνή τους και μέσω αυτών, ίσως και λίγη από τη δική του.

 

 

Στα μέσα της δεκαετίας του ΄40, ο Ζαν Ζενέ, επιστρέφοντας από ένα ταξίδι στο Μαρόκο, διάβασε τυχαία σε ένα αστυνομικό περιοδικό για την υπόθεση των αδελφών Παπέν. Ήταν η εποχή που έγραφε το καινούργιο του θεατρικό έργο. Η επίδραση μοιάζει καθοριστική, αν και ο ίδιος, αργότερα, προσπαθούσε να τη μειώσει. «Δεν πρόκειται για ένα έργο που θέλει να υπερασπιστεί τη μοίρα της τάξης των υπηρετών. Υπάρχει συνδικάτο που ασχολείται με τα ζητήματα αυτών των ανθρώπων. Πρόκειται για μια αλληγορική ιστορία…», έλεγε. 

 

 

Στις «Δούλες» του, η Κλαιρ και η Σολάνζ,  ονειρεύονται να σκοτώσουν την Κυρία τους (Μαντάμ),  και καθώς δεν καταφέρνουν να τη δηλητηριάσουν, αποφασίζουν, εν τη απουσία της, να παίξουν ένα παιχνίδι: Αλλάζοντας ρόλους και κοστούμια θα γίνουν η Κυρία και η άλλη δούλα, ώστε να σκοτώσουν, έστω κι έτσι, την εικόνα της Κυρίας…  Καθ΄όλη τη διάρκεια του έργου τις παρακολουθούμε να τη μισούν και να την θαυμάζουν, να ζηλεύουν τη ζωή της, τον άνδρα της, τα ρούχα και τις πολυτέλειες που διαθέτει. 

 

 

Από μικρός γυρνούσε σε αναμορφωτήρια και λόγω της ομοφυλοφιλίας του πέρασε δύσκολες στιγμές. Περιθώριο, φυλακές και περιπλάνηση στην Ευρώπη και την Αμερική, ήταν μερικές από τις στάσεις της ζωής του Ρενέ, που τον ώθησαν να ασχοληθεί με το «έγκλημα του αιώνα στη Γαλλία». Το έργο του θεωρείται ως ένα από τα κορυφαία του παγκόσμιου δραματολογίου.

 

 

Σύμφωνα με τη διασκευή της πολύκροτης υπόθεσης, στις «Δούλες» οι δύο αδερφές ανέπτυξαν μεταξύ τους μία ιδιαίτερη σχέση με ακραία συναισθήματα, που ο πυρήνας τους ήταν το “παιχνίδι”. Όχι όμως ένα κλασικό παιχνίδι μεταξύ δύο κοριτσιών, όπως τα παιδικά. Οι ρόλοι εναλλάσσονται συνεχώς, φτάνοντας στο σημείο τα δύο πρόσωπα να γίνονται ένα.

 

 

Η ιστορία τους πήρε κοινωνικές διαστάσεις και επηρέασε συγγραφείς και στοχαστές: Δεν ήταν μόνο ο Ζαν Ζενέ (1910-1986) που εμπνεύστηκε τις «Δούλες» του, αλλά και πολλοί ακόμα, ανάμεσά τους ο Ζαν-Πολ Σαρτρ και ο Ζαν Λακάν, ενώ θεατρικά έργα, ταινίες, μελέτες, τραγούδια ακόμα και έργα τέχνης έχουν στην αφετηρία τους την υπόθεση των αδελφών Λαπέν. 

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here