Ο Ορφέας Αυγουστίδης είναι ο «απόλυτος» Άλαν Τούρινγκ

0
2999

Υπάρχουν παραστάσεις που απλώς θέλεις να τις δεις. Το hype μερικές φορές παρασύρει το κοινό, όμως ο Ορφέας Αυγουστίδης σε ρόλο Άλαν Τούρινγκ είναι πραγματικά κάτι το διαφορετικό. Στη «Μηχανή του Τούρινγκ» το hype επιβεβαιώνεται διαρκώς, καθώς ο δημοφιλής καλλιτέχνης καταφέρνει να κρατήσει όλη την παράσταση στις πλάτες του, χωρίς να κουράζει και χωρίς να κουράζεται. Η προσέγγιση της προσωπικότητας του Άγγλου επιστήμονα είναι πολυεπίπεδη και μελετημένη.

Ο Άλαν Τούρινγκ ήταν μία ιδιοφυΐα, ένα μυαλό που δεν ξεκουραζόταν ποτέ. Το μεγαλειώδες έργο του δεν ήταν άλλο από το σπάσιμο του κώδικα των Γερμανών στη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, μία μοναδική κίνηση που άλλαξε την Ιστορία και επιβεβαίωσε το τεράστιο μυαλό αυτού του ανθρώπου. Ο Τούρινγκ δεν ήταν, όμως, μόνο αυτό. Οι παλιότερες δουλειές του είχαν αναδείξει τις μαθηματικές του αρετές, αλλά η απόπειρα να φτιάξει τον πρώτο ηλεκτρονικό υπολογιστή ή να σπάσει τον κώδικα και να αποκαλύψει τα μυστικά του τροχού της ρουλέτας ήταν μεταξύ των ιδεών που αποδεικνύουν πόσο ανήσυχο πνεύμα είχε.

Ο Τούρινγκ δεν σύχναζε στο καζίνο, αλλά εμπνεύστηκε από ένα ταξίδι του φίλου του, Άλφρεντ Μποτέλ, στο Μόντε Κάρλο. Ο Μποτέλ περιέγραψε στον παλιό του συμμαθητή λεπτομέρειες για το είδος της διασκέδασης που βίωσε στο διάστημα του ενός μήνα που έζησε στο πριγκιπάτο μαζί με τον πατέρα του. Ο Τούρινγκ εντυπωσιάστηκε επειδή για εκείνον τα πάντα ήταν μαθηματικά και κάθε πρόβλημα που εμφανιζόταν στον δρόμο του είχε μία λύση την οποία ήθελε να ανακαλύψει.

Τα μυστικά της ρουλέτας δεν αποκαλύφθηκαν από τον Άγγλο επιστήμονα, αλλά τα μυστικά της ζωής του περνούν μπροστά από τα μάτια μας στην παράσταση με πρωταγωνιστή τον Ορφέα Αυγουστίδη. Ο δημοφιλής ηθοποιός μεταφέρει στη σκηνή του Νέου Θεάτρου Βασιλάκου μία μοναδική εικόνα, όχι του επιστήμονα αλλά του ανθρώπου. Ο Τούρινγκ εμφανίζεται μπροστά στους θεατές με τα πάθη και τις αδυναμίες του, ενώ ταυτόχρονα αναζητά τις λύσεις στα αινίγματα του Enigma, του γερμανικού κώδικα που πρέπει να σπάσει. Συμπαραστάτης του είναι ο Κρίστοφερ, μία έξυπνη συσκευή που αποτέλεσε τον πρόδρομο των σημερινών υπολογιστών.

Όμως ο Τούρινγκ είναι εγκλωβισμένος σε έναν κόσμο που δεν του αρέσει. Ο Αυγουστίδης μάς βάζει πότε στο μυαλό του ανθρώπου, πότε στο μυαλό του επιστήμονα και μας μεταφέρει τις σκέψεις του με έναν μαεστρικό τρόπο. Κι αυτό το κάνει με διπλό τρόπο, αφού ο ήρωας του έργου καταγράφει τις σκέψεις του σε ένα μαγνητόφωνο. Ακούει ξανά και ξανά όσα λέει, όσα σκέφτεται, όπως κάνει κι ο θεατής που αντιλαμβάνεται πλέον ποιοι ήταν εκείνοι που βρέθηκαν στο πλευρό του Τούρινγκ, ποιοι τον πολέμησαν, ποιοι τον βοήθησαν ή τον ζήλεψαν.

Οι σκέψεις δεν έρχονται όμως μόνο από τον Αυγουστίδη. Η μπαγκέτα του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου δεν είναι ορατή, αλλά έχει αγγίξει όλη την παράσταση. Ο σκηνοθέτης έκανε έναν μεγάλο κόπο: αντί να πάρει το έργο του Μπενουα Σολέ όπως το παρουσιάζει στη Γαλλία εδώ και τρία χρόνια, προκειμένου να το μεταφέρει στη σκηνή των ελληνικών θεάτρων, επέλεξε να του δώσει μεγαλύτερη ώθηση και να το κάνει δικό του. Ο Παπασπηλιόπουλος μελέτησε τη ζωή του Τούρινγκ, ανακάλυψε στοιχεία που δεν υπήρχαν στο έργο, έψαξε πολύ σχετικά με τη ζωή του επιστήμονα και πρόσθεσε γεγονότα που δεν υπήρχαν στην αρχική απόδοση, όπως είναι η επιστολή προς τον Γουίνστον Τσόρτσιλ.

Επιπλέον, προστέθηκε η ίδια η εικόνα. Η σκηνή είναι μοναδική και οφείλεται στην ιδέα της Όλγας Μπρούμα που είδε μέσα από τα μάτια του Τούρινγκ. Το σκηνικό αντικατοπτρίζει την ψυχική κατάσταση ενός ανθρώπου που έχει παραιτηθεί, έχει απελπιστεί και περιμένει το τέλος ως λύτρωση. Συνδυαστικά με τη μουσική της Μαρίζας Ρίζου και τον φωτισμό του Νίκου Βλασσόπουλου, η σκηνή μοιάζει με ένα σημείο όπου μόνο ένας άνθρωπος μπορεί να ζήσει. Κανείς άλλος εκτός του Άλαν Τούρινγκ δεν θα μπορούσε να νιώσει οικεία σε αυτό το σκηνικό και ο Αυγουστίδης αναδεικνύει ακόμη περισσότερο το παράπονο της απόρριψης που ένιωσε ο επιστήμονας. Διότι ο Τούρινγκ αναγνωρίστηκε για το μεγαλειώδες μυαλό του και τις καθοριστικές ανακαλύψεις του όταν πια ήταν αργά. Ως τότε, η κοινωνία της εποχής δεν έβλεπε μία μεγαλοφυΐα, αλλά έναν αδέξιο άνθρωπο με μεγάλες αδυναμίες που έπρεπε να «συνετιστεί» και να συμβαδίσει με τις νόρμες της εποχής.